Ο κοντός αλαζόνας δήμαρχος που ζητάει προμήθεια πιο πολλά από αυτά που θα βγάλει ο εργολάβος. Σε λίγο κανείς δεν θα πλησιάζει σε έργα του μη παραλιακού δήμου.
Ο κοντός αλαζόνας δήμαρχος που ζητάει προμήθεια πιο πολλά από αυτά που θα βγάλει ο εργολάβος. Σε λίγο κανείς δεν θα πλησιάζει σε έργα του μη παραλιακού δήμου.
Πέμπτη 25 Ιουνίου σήμερα και, σύμφωνα με το εορτολόγιο, γιορτάζουν όσοι και όσες έχουν το όνομα:
Λίβιος, Λίβας, Λιβύη, Έρως, Έρωτας, Φεβρωνία, Φευρωνία, Φεύρω, Φέβρω, Φέβρα, Φεύρα, Φεβρούλα, Φευρούλα, Φευρωνίτσα, Φεβρωνίτσα.
Η Αγία Φεβρωνία, ήταν περιζήτητη νύμφη για την σωματική της ομορφιά. Το ίδιο όμως έλαμπε και η αγνή ψυχή της. Για το λόγο αυτό σε ηλικία 17 ετών, επέλεξε το δρόμο της άσκησης και της εγκράτειας στο μοναστήρι όπου ηγουμένη ήταν η θεία της, Βρυένη και βρισκόταν στην Μεσοποταμία (στην πόλη της Νισίβεως, που λέγεται Αντιόχεια της Μυγδονίας και βρισκόταν στα σύνορα του Βυζαντινού και Περσικού κράτους).
Γρήγορα, παρά το νεαρό της ηλικίας της, προσαρμόσθηκε στους δύσκολους κανόνες της μοναχικής ζωής βρίσκοντας παράλληλα και χρόνο για να μελετά και να εμβαθύνει στις Θείες Γραφές. Έγινε δε υπόδειγμα ανάμεσα στις άλλες μοναχές για τη σύνεσή της το ζήλο της, την προθυμία της και το ταπεινό της φρόνημα.
Οι στρατιώτες, μόλις αντίκρυσαν τη Φεβρωνία, έμειναν έκπληκτοι από την ομορφιά της. Άφησαν, λοιπόν, τρεις άνδρες να τη φρουρούν και οι υπόλοιποι γύρισαν και το ανέφεραν στον αρχηγό τους Σελήνο. Αυτός αμέσως διέταξε και την έφεραν μπροστά του, και με κάθε τρόπο την πίεσε να άλλαξοπιστήσει. Πρότεινε στη Φεβρωνία να τη δώσει σύζυγο στον ανεψιό του Λυσίμαχο, που κοντά του θα γνώριζε μεγάλη δόξα. Η Φεβρωνία, όμως, προτίμησε να γίνει «της μελλούσης αποκαλύπτεσθαι δόξης κοινωνός» (Α’ Έπιστολή Πέτρου, ε’ 1). Προτίμησε, δηλαδή, να είναι συμμέτοχος της δόξας που θα αποκαλυφθεί κατά τη δευτέρα παρουσία, και με περίσσιο θάρρος περιφρόνησε τις προτάσεις του Σελήνου, ο όποιος, αφού τη βασάνισε, τελικά τη σκότωσε με ξίφος.
Οι Άγιοι Ορέντιος, Φαρνάκιος, Έρωτας, Φίρμος, Φιρμίνος, Κυριάκος, και Λογγίνος ήταν αδέλφια, ξακουστά για την ανδρεία τους και υπηρετούσαν στρατιώτες στη Θράκη, στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (301 μ.Χ.).
Σε κάποια μάχη με τους Σκύθες, ο Ορέντιος κατόθρωσε να σκοτώσει τον σκληρό και γενναίο αρχηγό τους, Μαραρών. Για το κατόρθωμά του αυτό τιμήθηκε, αλλά συγχρόνως προσκλήθηκε να συμμετάσχει στις θυσίες προς τα είδωλα, που θα προσφέρονταν για τη νίκη του. Ο χριστιανός ήρωας αρνήθηκε ρητά, και διακήρυξε ότι αυτός ένα Θεό αληθινό αναγνωρίζει και λατρεύει, τον Θεό των χριστιανών. Βέβαια δεν τον τιμώρησαν αμέσως, χάρη του ανδραγαθήματός του. Αλλά μαζί με τα έξι αδέλφια του, τους έστειλαν δυσμενή μετάθεση στην Αρμενία.
Εκεί μετά από λίγο χρόνο, υποβλήθηκαν σε ανάκριση. Και οι επτά μ’ ένα στόμα δήλωσαν, ότι μέχρι την τελευταία τους πνοή θα μείνουν πιστοί στον αρχηγό της σωτηρίας τους, και κριτή τους κατά την ήμερα της παγκόσμιας ανάστασης και ανταπόδοσης. Μετά τη δήλωση τους αυτή, καταδικάστηκαν σε εξορία μακρινών και σκληρών τόπων.
Και οι επτά πέθαναν ο ένας μετά τον άλλο από τις κακουχίες και τις ταλαιπωρίες, αλλά χωρίς κανένα γογγυσμό.